saillant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό saillant saillants
θηλυκό saillante saillantes

saillant (fr)

  1. εξέχων
  2. (μαθηματικά) λέγεται για μια γωνία μικρότερη από την ευθεία γωνία, δηλαδή μικρότερη από 180 μοίρες

Αντώνυμα[επεξεργασία]