saillant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό saillant saillants
θηλυκό saillante saillantes

saillant (fr)

  1. εξέχων
  2. πεταχτός
  3. (γεωμετρία) για γωνία μικρότερη από την ευθεία γωνία, δηλαδή μικρότερη από 180 μοίρες

Αντώνυμα[επεξεργασία]