salmon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

salmon (en)

  1. (ιχθυολογία) ο σολομός
  2. σομόν, το χρώμα του σολομού

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

salmon (eo)