scheduled

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

scheduled (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος schedule

Επίθετο[επεξεργασία]

scheduled (en)

  1. σχεδιασμένος, προγραμματισμένος για κάτι