schedule

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

schedule < παλαιά γαλλική cedule < υστερολατινική schedula < λατινική scheda < αρχαία ελληνική σχέδη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

schedule (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

schedule (en)

  1. προγραμματίζω κάτι για μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή
     συνώνυμα: slate