Μετάβαση στο περιεχόμενο

seek

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας seek
γ΄ ενικό ενεστώτα seeks
αόριστος sought
παθητική μετοχή sought
ενεργητική μετοχή seeking
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

seek < (κληρονομημένο) μέση αγγλική seken

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siːk/ (ΗΠΑ)

seek (en) (επίσημο)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) ζητάω, αναζητώ, ψάχνω κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  We sought refuge from the rain.
    Ζητήσαμε καταφύγιο από τη βροχή.
    παράδειγμα  The police are seeking the child who has gone missing.
    Η αστυνομία αναζητάει το παιδί που χάθηκε.
  2. (μεταβατικό) ζητάω, αναζητώ από κάποιον κάτι· επιδιώκω, επιζητώ, προσπαθώ να αποκτήσω ή να πετύχω κάτι
    παράδειγμα  I am seeking your advice.
    Ζητώ τη συμβουλή σας.
    παράδειγμα  They sought employment.
    Αναζήτησαν δουλειά.
    παράδειγμα  I never sought public office.
    Ποτέ μου δεν επιδίωξα δημόσια αξιώματα.
    παράδειγμα  She seeks perfection.
    Επιζητεί την τελειότητα.
  3. (αμετάβατο) επιδιώκω, επιχειρώ, προσπαθώ να κάνω κάτι
    παράδειγμα  Russia sought to carve up the Ottoman Empire.
    Οι Ρώσοι επιδίωξαν να διαμελίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
    παράδειγμα  They sought to mislead us.
    Επιχείρησαν να μας παραπλανήσουν.

Παράγωγα

[επεξεργασία]