sequor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

sequor < ή από το ἕπομαι ή από την εικαζόμενη ότι υπήρξε (ινδοευρωπαϊκή ρίζα) *sekʷ- (=ακολουθώ)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈse.kʷor/

Ρήμα[επεξεργασία]

sequor (la) (sequor, secūtus sum, sequī)

  1. ακολουθώ
  2. έπομαι
  3. διώκω, καταδιώκω, κυνηγώ

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. sequitur (=έπεται, είναι επόμενο, ἀνάγκη ἐστί)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]