session
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| session | sessions |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- session < παλαιά γαλλική session
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]session (en)
- η συνεδρίαση
Day trading involves opening and closing a position within the same market session.
- Η διαπραγμάτευση ημέρας περιλαμβάνει το άνοιγμα και το κλείσιμο μιας θέσης εντός της ίδιας συνεδρίασης της αγοράς.
- (πληροφορική) η συνεδρία[1], σύνοδος[1]
Υπώνυμα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
session στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- session < παλαιά γαλλική session
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| session | sessions |
session (fr) θηλυκό
- η διάρκεια μιας συνεδρίασης, μιας συνόδου, ενός έργου, κλπ