shouldn't

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
shouldn't < should + -n't (not)

shouldn't (en)

  1. (αρνητικό modal verb) αρντική μορφή του should, δεν πρέπει
    You shouldn't go there.
    Δεν πρέπει να πας εκεί.
     συνώνυμα: mustn't
  2. (αρνητικό modal verb) αρντική μορφή του should, δεν (θα) έπρεπε
    You shouldn't have told me earlier.
    Δεν έπρεπε να μου το 'χες πει νωρίτερα.