simit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

simit

Ετυμολογία [επεξεργασία]

simit < οθωμανική τουρκική سمید (simit) < περσική سمید (semid, σιμιγδάλι) < αραβική سَمِيد (samīd, σιμιγδάλι) < αραμαϊκή סְמִידָא (səmīḏā, λεπτό πλιγούρι). Ίσως η αραβική λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική σεμίδαλις, οπότε θα ήταν αντιδάνειο[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

simit (tr)

Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.