σωσίβιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σωσίβιο σωσίβια
γενική σωσιβίου σωσιβίων
αιτιατική σωσίβιο σωσίβια
κλητική σωσίβιο σωσίβια
Σωσίβιο σε πλοίο.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωσίβιο < ουδέτερο του σωσίβιος < σώζω + βίος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɔ.ˈsi.vi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σωσίβιο ουδέτερο

  1. αντικείμενο με ικανότητα να επιπλέει όταν το φοράει άνθρωπος και άλλα εξαρτήματα και χαρακτηριστικά με σκοπό τη διάσωσή του
  2. (μεταφορικά) πάχος γύρω από την κοιλιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]