Μετάβαση στο περιεχόμενο

sing

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας sing
γ΄ ενικό ενεστώτα sings
αόριστος sang
παθητική μετοχή sung
ενεργητική μετοχή singing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sɪŋ/

sing (en)