sing
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sing |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sings |
| αόριστος | sang |
| παθητική μετοχή | sung |
| ενεργητική μετοχή | singing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]sing (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) τραγουδάω
The singer is singing playing the piano.
- Ο τραγουδιστής τραγουδά παίζοντας πιάνο.