Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραγουδάω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραγουδάω < τραγουδ(ώ) + άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τραγουδῶ < αρχαία ελληνική τραγῳδέω / τραγῳδῶ < τράγος + ᾄδω
Η σημερινή σημασία της λέξης υφίσταται ήδη από τον 1ο αιώνα κε.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾa.ɣuˈða.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τραγουδάω

τραγουδάω/τραγουδώ, αόρ.: τραγούδησα, παθ.φωνή: τραγουδιέμαι, π.αόρ.: τραγουδήθηκα, μτχ.π.π.: τραγουδισμένος

  1. αρθρώνω λέξεις ή ήχους με ορισμένο ρυθμό και αλλαγές στη συχνότητα του ήχου, ακολουθώ μια μελωδία
     συνώνυμα: άδω, μέλπω, ψάλλω
  2. (για πουλιά) κελαηδώ, παράγω ευχάριστους και μελωδικούς ήχους

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε και τις λέξεις τραγωδός, τράγος και άδω

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.