κελαηδώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κελαηδώ < μεσαιωνική ελληνική κελαδέω/κελαδῶ < αρχαία ελληνική κελαδέω/κελαδῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κελαηδώ

  1. παράγω ήχους μελωδικούς, τραγουδώ (για πουλιά)
    Ξημέρωσε ο Θεός την ήμερα και τα πουλάκια άρχισαν να πετούν και να κελαηδούν στα δέντρα του βασιλικού περιβολιού. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η κακή αδερφή)
  2. (μεταφορικά) μιλάω συνεχώς, φλυαρώ
    Το ωραίο σωματάκι της, / όταν μπαίνω σπίτι της, / κελαηδάει / σαν να ήτανε καμπαναριό (Γιώργος Σαραντάρης, Το ωραίο σωματάκι της)
  3. (λαϊκότροπο) μαρτυρώ, ομολογώ μετά από πίεση
    Ο πράκτορας που «κελάηδησε» (*)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]