składać

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

składać 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

składać (pl)

  1. συγκεντρώνω, συλλέγω
  2. συνθέτω, μαζεύω τα συστατικά και κατασκευάζω κάτι
  3. μαζεύω, διπλώνω (σκηνή, ρούχα κλπ)
  4. συντάσσω (επιστολή, αίτηση κλπ)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]