skirmish

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

skirmish (en)

  1. αψιμαχία, μικροσυμπλοκή, μικρή μάχη, συμπλοκή
  2. λογομαχία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

  1. πολεμώ/συμμετέχω σε μικρή μάχη
  2. λογομαχώ, λογοφέρνω