snack

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

snack (en)

  1. ένα ελαφρύ γεύμα
  2. σνακ, κολατσιό, κάτι πρόχειρο που τρώγεται μεταξύ των κυρίως γευμάτων