κολατσιό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κολατσιό | τα | κολατσιά |
| γενική | του | κολατσιού | των | κολατσιών |
| αιτιατική | το | κολατσιό | τα | κολατσιά |
| κλητική | κολατσιό | κολατσιά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ko.laˈt͡sço/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κο‐λα‐τσιό
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κολατσιό ουδέτερο
- (γαστρονομία) κάτι πρόχειρο που τρώγεται μεταξύ των κυρίως γευμάτων
- ※ Δημιουργεί τα πιο νόστιμα και τα πιο εμφανίσιμα κολατσιά για τα δύο της παιδιά και εμείς οι υπόλοιποι ζηλεύουμε. (athensvoice.gr )
- ※ Συγύριζα το σπίτι όπως όπως, συδαύλιζα τη φωτιά να γίνουν γρήγορα τα όσπρια κι ετοίμαζα το κολατσιό που μου άρεσε, την καπύρα. Έκοβα μια χοντρή φέτα από το καρβέλι, την έψηνα στη θράκα και ζεστή ζεστή την άλειβα με λάδι. Πριν πάρω το δρόμο για τη θάλασσα, την είχα κιόλας καταβροχθίσει. (Λίτσα Ψαραύτη, Το χαμόγελο της Εκάτης, εκδ. Πατάκη, 1996, σελ. 76)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)