squeamish

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

squeamish (en)

  • φοβιτσιάρης και σιχασιάρης ταυτόχρονα (πχ. για θέαση αίματος, για φάγωμα κρέατος εντόμων κτλ. - δηλαδή υπάρχει παράλληλα και φόβος ή τρόμος για κάτι - για αίσθημα σκέτης αηδίας λέμε disgusted)