stair

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stair (en)

  1. το σκαλοπάτι
  2. η σκάλα (και στον πληθυντικό με την ίδια έννοια)
     συνώνυμα: stairs, stairway