Μετάβαση στο περιεχόμενο

stall

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stall stalls

stall (en)

  1. ο πάγκος υπαίθριου εμπορίου, η καντίνα
    παράδειγμα  a stall with flowers/a flower stall - πάγκος με λουλούδια
    παράδειγμα  They set up their stalls in the square and shouted selling their merchandise.
    Έστησαν τους πάγκους τους στην πλατεία και διαλαλούσαν την πραμάτεια τους.
     συνώνυμα: stand
  2. το χώρισμα στάβλου
    παράδειγμα  The horses were in their stalls.
    Τα άλογα ήταν στα χωρίσματά τους.
  3. (ειδικά αμερικανικά αγγλικά) το χώρισμα, μια μικρή περιοχή σε ένα δωμάτιο, που περιβάλλεται από γυαλί, τοίχους κτλ., που περιέχει ντους ή τουαλέτα
    παράδειγμα  a shower stall - χώρισμα για ντους
  4. το στολάρισμα
ενεστώτας stall
γ΄ ενικό ενεστώτα stalls
αόριστος stalled
παθητική μετοχή stalled
ενεργητική μετοχή stalling

stall (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) σβήνω, σταματάω, μένω, για ένα όχημα ή μια μηχανή που σταματά ξαφνικά λόγω έλλειψης ισχύος ή ταχύτητας
    παράδειγμα  Step on the gas because your engine will stall.
    Πάτα γκάζι γιατί θα σου σβήσει η μηχανή.
    παράδειγμα  The engine began to misfire and then stalled.
    Η μηχανή άρχισε να ρετάρει κι έπειτα σταμάτησε.
    παράδειγμα  There were many cars stalled in the deep snow.
    Υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα σταματημένα στο βαθύ χιόνι.
  2. (μεταβατικό) καθυστερώ, κάνω κάποιον να περιμένει για να έχω περισσότερο χρόνο να κάνω κάτι
    παράδειγμα  Stall him for a little until I come.
    Καθυστέρησέ τον λίγο ώσπου να έρθω.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη delay
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) καθυστερώ, σταματώ κάτι να συμβεί μέχρι αργότερα· σταματάω να προοδεύω
    παράδειγμα  We must stall the sale until we find the money.
    Πρέπει να καθυστερήσουμε την πώληση ώσπου να βρούμε τα χρήματα.
    παράδειγμα  They stalled the progression of the disease.
    Σταμάτησαν την εξέλιξη της αρρώστιας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη delay