Μετάβαση στο περιεχόμενο

stressed

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

stressed (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

stressed (en)