sue
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sue |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sues |
| αόριστος | sued |
| παθητική μετοχή | sued |
| ενεργητική μετοχή | suing |
sue (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κάνω αγωγή εναντίον κάποιου (συνήθως όχι για ποινικά αδικήματα)
He sued him for damages.
- Του έκανε αγωγή για αποζημίωση.
- κάνω έκκληση
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | suo | sui |
| θηλυκό | sua | sue |
sue (it)