sue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

sue (en)

  1. μηνύω, κάνω μήνυση ή αγωγή εναντίον κάποιου (συνήθως όχι για ποινικά αδικήματα)
  2. κάνω έκκληση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό suo sui
θηλυκό sua sue

sue (it)