suffer
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | suffer |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | suffers |
| αόριστος | suffered |
| παθητική μετοχή | suffered |
| ενεργητική μετοχή | suffering |
Ρήμα
[επεξεργασία]suffer (en)
- (αμετάβατο) υποφέρω, πάσχω, με επηρεάζει άσχημα μια ασθένεια, πόνος, λυπημένα συναισθήματα, έλλειψη κάτι κτλ.
The patient appeared to be suffering a lot.
- Ο ασθενής φαινόταν να υποφέρει πολύ.
I couldn't bear to see her suffer.
- Δεν μπορούσα να την βλέπω να υποφέρει.
The city is suffering from a water shortage.
- Η πόλη υποφέρει από έλλειψη νερού.
For years, he has been suffering from asthma.
- Χρόνια υποφέρει από άσθμα.
Suicide is common in people suffering from depression.
- Η αυτοκτονία συνηθίζεται σε άτομα που πάσχουν από μελαγχολία.
I suffer when I see children hungry.
- Πάσχω όταν βλέπω παιδιά να πεινούν.
- (μεταβατικό) παθαίνω, υφίσταμαι, περνάω κάτι δυσάρεστο, όπως τραυματισμό, ήττα ή απώλεια
A lot of old buildings suffered serious damage in the earthquake.
- Με το σεισμό πολλά παλιά κτίρια έπαθαν σοβαρές ζημιές.
We suffered a lot of damage.
- Υποστήκαμε μεγάλες ζημιές.
I am suffering bitter disappointment.
- Περνώ μεγάλη απογοήτευση.
- (αμετάβατο) πάσχω, χειροτερεύω
Our education system is suffering.
- Η παιδεία μας πάσχει.
He is very busy and his work has suffered.
- Είναι πολύ απασχολημένος και η δουλειά του έχει χειροτερέψει.
- (παρωχημένο) αφήνω (επιτρέπω)
But Jesus said, suffer little children, and forbid them not, to come unto me: for of such is the kingdom of heaven.
- Ο δε Ιησούς είπεν, Άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά έλθειν προς με, των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών.
Πηγές
[επεξεργασία]- suffer - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 692-695. ISBN 9780194325684., λήμμα: περνώ