suffer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

suffer (en)

  1. υποφέρω
  2. (αρχαιοπρεπές) αφήνω (επιτρέπω)
    But Jesus said, suffer little children, and forbid them not, to come unto me: for of such is the kingdom of heaven. - ο δε Ιησούς είπεν, Άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά έλθειν προς με, των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών.