suffering

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

suffering (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του ρήματος suffer


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

suffering (en)

  1. πόνος, δυστυχία, βασανιστήριο