Μετάβαση στο περιεχόμενο

sweeten

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας sweeten
γ΄ ενικό ενεστώτα sweetens
αόριστος sweetened
παθητική μετοχή sweetened
ενεργητική μετοχή sweetening

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sweeten < sweet + -en

sweeten (en)

  • γλυκαίνω φαγητά ή ποτά με ζάχαρη κτλ.
    παράδειγμα  You sweetened the coffee too much.
    Πολύ τον γλύκανες τον καφέ.

Σύνθετα

[επεξεργασία]