talking

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

talking (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του ρήματος talk (ομιλώντας, συζητώντας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

talking (en)

  1. η ενέργεια του talk, η ομιλία, η συζήτηση
    It is usually better to solve problems by talking than by fighting. (Καλύτερα να λύνει κάποιος τα προβλήματα με συζήτηση παρά με διαμάχη)
  2. διαλεκτικός χειρισμός, διαπραγμάτευση
    Let me do the talking (άσε να το χειριστώ εγώ, μη μιλάς εσύ, εγώ θα μιλήσω)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]