talk

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
talk talks

talk (en)

  1. η συζήτηση, η κουβέντα

Ρήμα[επεξεργασία]

talk (en)

  1. μιλώ

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /talk/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

talk (pl) αρσενικό

  1. το ταλκ