Μετάβαση στο περιεχόμενο

talk into

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας talk into
γ΄ ενικό ενεστώτα talks into
αόριστος talked into
παθητική μετοχή talked into
ενεργητική μετοχή talking into

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
talk into <  δείτε τις λέξεις talk και into

talk into (en)

  • (μεταβατικό) πείθω, βάζω κάποιον να κάνει κάτι
    παράδειγμα  He talked him into going.
    Τον έπεισα να πάει.
    παράδειγμα  'They talked him into buying it.
    Τον έπεισαν να το αγοράσει.
    παράδειγμα  I let myself get talked into it.
    Αφήνω με πείσουν.
    παράδειγμα  He talked her into selling her house.
    Την έβαλε με το λέγε-λέγε να πουλήσει το σπίτι της.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη convince