Μετάβαση στο περιεχόμενο

toilet

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
toilet toilets

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

toilet (en)

  1. η λεκάνη της τουαλέτας
    παράδειγμα  The toilet is clogged.
    Η λεκάνη είναι βουλωμένη.
    παράδειγμα  Don’t throw paper into the toilet (bowl), it’ll clog.
    Μην πετάς χαρτιά στη λεκάνη, θα βουλώσει.
    παράδειγμα  The janitor cleaned the toilet.
    Ο καθαριστής καθάρισε την τουαλέτα.
    παράδειγμα  Did you forget to flush the toilet?
    Ξέχασες να τραβήξεις το καζανάκι;
  2. η τουαλέτα, το αποχωρητήριο, ο καμπινές, το WC
    παράδειγμα  I have to go to the toilet.
    Πρέπει να πάω στην τουαλέτα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη bathroom