WC

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αρκτικόλεξο, από το αγγλικό water-closets (water, νερό, και closet, καμπινέ). Διασταυρούμενα νερά (Ακάθαρτα με καθαρά)

Συντομομορφή[επεξεργασία]

WC (en)

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Συντομομορφή[επεξεργασία]

WC (fr) πληθυντικός, και W.-C.