tomate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Tomate

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

tomate < ισπανική tomate < από τα αζτεκικά

Προφορά[επεξεργασία]

tomate 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tomate (fr))

  1. ντομάτα
  2. το αντίστοιχο φυτό



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tomate (es)



Κουρδικά (ku) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tomate (ku)



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tomate (pt)