ντοματιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντοματιά ντοματιές
γενική ντοματιάς ντοματιών
αιτιατική ντοματιά ντοματιές
κλητική ντοματιά ντοματιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντοματιά < ντομάτ(α) + -ιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντοματιά θηλυκό

  1. (βοτανική) το φυτό Στρύχνον το λυκοπερσικόν (Solanum lycopersicum) από το οποίο βγαίνουν οι ντομάτες

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]