Μετάβαση στο περιεχόμενο

trompeur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό trompeur trompeurs
θηλυκό trompeuse trompeuses

Επίθετο

[επεξεργασία]

trompeur (fr)

discours trompeur - παραπλανητική ομιλία
promesses trompeuses - απατηλές υποσχέσεις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
trompeur trompeurs

trompeur (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]