twenty
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]twenty (en)
- είκοσι
George opened the book to page twenty.
- Ο Γιώργος άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα είκοσι.
Twenty two times makes forty.
- Δύο φορές το είκοσι κάνει σαράντα.
He got twenty on the test.
- Πήρε είκοσι στο διαγώνισμα.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| twenty | twenties |
twenty (en)
- (in one’s twenties, μόνο πληθυντικός) εικοσάρης, στα/τα είκοσι, μεταξύ 20 και 29 ετών
He was in his twenties when he moved to Athens.
- Ήταν ένας εικοσάρης όταν μετακόμισε στην Αθήνα.
In his twenties he was a soldier.
- Στα είκοσι του πήγε φαντάρος.
I liked my twenties.
- Μου άρεσαν τα είκοσι μου.
- (μόνο πληθυντικός) η δεκαετία του είκοσι, για τη χρονολογία οποιουδήποτε αιώνα, τα χρόνια μεταξύ 20 και 29
The twenties were a period of great economic growth.
- Η δεκαετία του είκοσι ήταν μια περίοδος μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης.
- (προφορικό) το εικοσάρικο, το χαρτονόμισμα των είκοσι δολαρίων
Do you have a twenty?
- Έχεις ένα εικοσάρικο;