Μετάβαση στο περιεχόμενο

δεκαετία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δεκαετία οι δεκαετίες
      γενική της δεκαετίας των δεκαετιών
    αιτιατική τη δεκαετία τις δεκαετίες
     κλητική δεκαετία δεκαετίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δεκαετία < αρχαία ελληνική δεκαετία < δέκα + ἔτος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðe.ka.eˈti.a/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δεκαετία θηλυκό

  1. περίοδος 10 χρόνων
  2. περίοδος 10 χρόνων που ξεκινά από έτος πολλαπλάσιο του δέκα
      οι τιμές των 1,5 ή 1,6 παιδιών/γυναίκα που σύντομα πιθανόν θα καταγράψουμε, ουδαμώς θα πρέπει να εκληφθούν ως αντιπροσωπευτικές της τελικής γονιμότητας των γάμων της τρέχουσας δεκαετίας (Επιθεώρησις κοινωνικών ερευνών, τεύχος 70-71, 1988, σελ. 60)
    παράδειγμα  η μουσική της δεκαετίας του '60 (των ετών 1960 έως και το 1969)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]