δεκαετία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δεκαετία οι δεκαετίες
      γενική της δεκαετίας των δεκαετιών
    αιτιατική τη δεκαετία τις δεκαετίες
     κλητική δεκαετία δεκαετίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεκαετία < αρχαία ελληνική δεκαετία < δέκα + ἔτος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɛ.ka.ɛ.ˈti.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεκαετία θηλυκό

  1. περίοδος 10 χρόνων
  2. περίοδος 10 χρόνων που ξεκινά από έτος πολλαπλάσιο του δέκα
    η μουσική της δεκαετίας του '60 (των ετών 1960 έως και το 1969)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]