ἔτος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ἔτος | τὰ | ἔτη - ἔτεᾰ |
| γενική | τοῦ | ἔτους - ἔτεος | τῶν | ἐτῶν - ἐτέων |
| δοτική | τῷ | ἔτει - ἔτεῐ̈ | τοῖς | ἔτεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | ἔτος | τὰ | ἔτη - ἔτεα |
| κλητική ὦ! | ἔτος | ἔτη - ἔτεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἔτει - ἔτεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἐτοῖν - ἐτέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἔτος < ϝέτος < πρωτοελληνική *wétos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wétos (έτος, χρονιά). Συγγενή: λατινική vetus, σανσκριτική वत्स (vatsá). Δείτε επίσης πέρυσι.[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /é.tos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἔ‐τος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἔτος, -ε(ϝ)ος/ους ουδέτερο
- χρόνος, χρονιά, έτος
- «τῶν προτέρων ἐτέων» των περασμένων, παρελθόντων, προηγουμένων χρόνων
- «ἑκάστου ἔτους» κάθε χρόνο
- «ἀνὰ πᾶν ἔτος» κάθε χρόνο
- «ἀνὰ πέντε ἔτεα» κάθε πέντε χρόνια
- «δι' ἔτους πέμπτου» κάθε πέμπτο χρόνο
- «κατὰ ἔτος» κάθε χρόνο, ετησίως
- «ἔτος εἰς ἔτος» από χρόνο σε χρόνο
- (με αιτιατική) «ἔτος τόδ' ἤδη δέκατον» αυτό είναι ήδη το δέκατο έτος από τότε που…
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]- ἀετής
- αὐετής
- αὐτοετεί
- αὐτοετές
- αὐτοετής
- αὐτοετίτης
- διέτεια
- διετήρ
- διετήρης
- διετηρία
- διετηρικός
- διετηρίς
- διέτηρος
- διετήρων
- διέτης
- διετής
- διετήσιος
- διετησίως
- διετία
- διετίζω
- εὐετηρία
- οἰετής
- ὁμοέτης
- πενταέτεια
- πενταετήρης
- πενταετηρία
- πενταετηρικός
- πενταετηρίς
- πενταέτηρος
- πενταετήρων
- πενταέτης
- πενταετής
- πενταετία
- πενταετίζω
- τετραέτεια
- τετραετήρης
- τετραετηρία
- τετραετηρικός
- τετραετηρίς
- τετραέτηρος
- τετραετήρων
- τετραετής
- τετραέτης
- τετραετία
- τετραετίζω
- τριακονταέτης
- τριέτεια
- τριετήρ
- τριετήρης
- τριετηρία
- τριετηρικός
- τριετηρίς
- τριέτηρος
- τριετήρων
- τριετής
- τριέτης
- τριετία
- τριετίζω
- ὑετής
Απόγονοι
[επεξεργασία]ἔτος (αρχαία ελληνικά)
- → μεσαιωνικά ελληνικά: ἔτος
- → νέα ελληνικά: ἔτος, έτος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἔτος σελ. 476 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- ἔτος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἔτος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)