Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔτος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ἐτός, ἑτός, έτος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἔτος τὰ ἔτη - ἔτεᾰ
      γενική τοῦ ἔτους - ἔτεος τῶν ἐτῶν - ἐτέων
      δοτική τῷ ἔτει - ἔτεῐ̈ τοῖς ἔτεσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ἔτος τὰ ἔτη - ἔτεα
     κλητική ὦ! ἔτος ἔτη - ἔτεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἔτει - ἔτεε
γεν-δοτ τοῖν  ἐτοῖν - ἐτέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἔτος < ϝέτος < πρωτοελληνική *wétos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wétos (έτος, χρονιά). Συγγενή: λατινική vetus, σανσκριτική वत्स (vatsá). Δείτε επίσης πέρυσι.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /é.tos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : ἔ‐τος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἔτος, -ε(ϝ)ος/ους ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἔτος (αρχαία ελληνικά)

→ μεσαιωνικά ελληνικά: ἔτος
→ νέα ελληνικά: ἔτος, έτος

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ ἔτος σελ. 476 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.