typo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
typo typos

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

typo < Σύντμηση typographical error (τυπογραφικό λάθος), ή typographer (τυπογράφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

typo (en)

  1. το τυπογραφικό λάθος
  2. ο στοιχειοθέτης