Μετάβαση στο περιεχόμενο

vêlement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vêlement vêlements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vêlement (fr) αρσενικό

 δείτε τη λέξη  vêlage