veracity

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
veracity veracities

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

veracity (en)

  1. ειλικρίνεια
    I appreciate your veracity - εκτιμώ την ειλικρίνειά σου/σας
  2. αλήθεια, η ιδιότητα του αληθούς
    the historical veracity of these events - η ιστορική αλήθεια των γεγονότων
  3. ακρίβεια
    he questioned the veracity of that research - (αυτός) αμφισβήτησε την ακρίβεια της έρευνας