vice

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : vice-

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vice (en)

  1. ελάττωμα
  2. κακία
  3. φαυλότητα
  4. σφιγκτήρας

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

  • (σφιγκτήρας) vise



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
vice vices

vice (fr) αρσενικό

  1. ελάττωμα, ψεγάδι