Μετάβαση στο περιεχόμενο

wake

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας wake
γ΄ ενικό ενεστώτα wakes
αόριστος woke, waked
παθητική μετοχή woken, waked, woke
ενεργητική μετοχή waking

wake (en)

  1. (αμετάβατο) (συνήθως με up) ξυπνάω, σηκώνομαι
    παράδειγμα  What time do you wake (up)?
    Tι ώρα σηκώνεσαι;
    παράδειγμα  Tomorrow I will wake (up) early.
    Αύριο θα ξυπνήσω νωρίς.
     συνώνυμα:  δείτε το ρήμα wake up
  2. (μεταβατικό) (συνήθως με up) ξυπνάω (κάποιον)
    παράδειγμα  What time should I wake you (up)?
    Tι ώρα να σε ξυπνήσω;
     συνώνυμα:  δείτε το ρήμα wake up