wear out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

wear out < → δείτε τις λέξεις wear και out

Ρήμα[επεξεργασία]

wear out (en)

  1. φθείρω, φθείρομαι
  2. λιώνω
  3. εξαντλώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]