Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

wherever < where + ever


wherever (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. (ερωτηματικά κι εμφατικά) πού
    Wherever did you go?
    Πού πήγες;
     συνώνυμα: where
  2. (ανεπίσημο) οπουδήποτε
    Leave the box wherever.
    Άσ' το κουτί κάτω οπουδήποτε.
     συνώνυμα: anywhere


wherever (en)

  1. όπου, οπουδήποτε, σε οποιοδήποτε μέρος
    We will go wherever else you want except the cinema.
    Πάμε όπου αλλού θέλεις εκτός από σινεμά.
    Sit wherever you want
    Κάθισε οπουδήποτε θέλεις.
     συνώνυμα: where, anywhere
  2. παντού, όπου, σε κάθε μέρος
    He was pressed for money wherever he went.
    Πιεζόταν για χρήματα από παντού.
    There is no literature wherever there is no language.
    Δεν υπάρχει λογοτεχνία όπου δεν υπάρχει γλώσσα.
     συνώνυμα: where, everywhere
  3. όπου/οπουδήποτε κι αν/και να
    Wherever you hide, I will find you.
    Οπουδήποτε κι αν κρυφτείς, θα σε βρω.
    Wherever you go, they will find you.
    Όπου και να πας, θα σε βρουν.
     συνώνυμα: no matter where, regardless of where


  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 628. ISBN 9780194325684. , λήμμα: όπου, οπουδήποτε