Μετάβαση στο περιεχόμενο

wherever

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
wherever < where + ever

Επίρρημα

[επεξεργασία]

wherever (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. (ερωτηματικά κι εμφατικά) πού
    παράδειγμα  Wherever did you go?
    Πού πήγες;
     συνώνυμα: where
  2. (ανεπίσημο) οπουδήποτε
    παράδειγμα  Leave the box wherever.
    Άσ' το κουτί κάτω οπουδήποτε.
     συνώνυμα: anywhere

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

wherever (en)

  1. όπου, οπουδήποτε, σε οποιοδήποτε μέρος
    παράδειγμα  We will go wherever else you want except the cinema.
    Πάμε όπου αλλού θέλεις εκτός από σινεμά.
    παράδειγμα  Sit wherever you want
    Κάθισε οπουδήποτε θέλεις.
     συνώνυμα: where, anywhere
  2. παντού, όπου, σε κάθε μέρος
    παράδειγμα  He was pressed for money wherever he went.
    Πιεζόταν για χρήματα από παντού.
    παράδειγμα  There is no literature wherever there is no language.
    Δεν υπάρχει λογοτεχνία όπου δεν υπάρχει γλώσσα.
     συνώνυμα: where, everywhere
  3. όπου/οπουδήποτε κι αν/και να, σε κάθε περίπτωση
    παράδειγμα  Wherever you hide, I will find you.
    Οπουδήποτε κι αν κρυφτείς, θα σε βρω.
    παράδειγμα  Wherever you go, they will find you.
    Όπου και να πας, θα σε βρουν.
     συνώνυμα: no matter where, regardless of where