Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


whoever < who + ever


ΔΦΑ : /huˈɛ.və/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /huˈɛ.vɚ/ (ΗΠΑ)



whoever (en) (ως αντικείμενο: whomever, κτητική αντωνυμία: whosever)

  1. όποιος, οποιοσδήποτε άτομο που
    Whoever says that is a liar.
    Όποιος το λέει αυτό είναι ψεύτης.
    Whoever knows it, raise your hand.
    Όποιος το ξέρει, ας σηκώσει το χέρι του.
    Whoever wants to should come.
    Όποιος θέλει ας έρθει.
    Whoever’s name starts with delta should come here. (προφορικό)
    Οποιανών τα ονόματα αρχίζουν από δέλτα να έρθουν εδώ.
  2. όποιος (και) να (εί)ναι, όποιος και/κι αν είναι, χρησιμοποιείται να λέω ότι δεν έχει σημασία ποιος, αφού το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο
    Let someone come, whoever (it is); it doesn’t matter.
    Ας έρθει κάποιος, όποιος να ΄ναι· δεν έχει σημασία.
    I am not going to be partial to him, whoever he is.
    Δεν πρόκειται να του χαριστώ, όποιος κι αν είναι.
    He won’t accept anyone, whoever they are.
    Δε θα δεχτεί κανέναν όποιος κι αν είναι.
    The guilty will be punished, whoever they are.
    Θα τιμωρηθούν οι ένοχοι, όποιοι κι αν είναι.
     συνώνυμα: no matter who