άρπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρπα | άρπες |
| Γενική | άρπας | αρπών |
| Αιτιατική | άρπα | άρπες |
| Κλητική | άρπα | άρπες |
Ετυμολογία
- άρπα < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
άρπα θηλυκό
- έγχορδο μουσικό όργανο