αγνωστικιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγνωστικιστής αγνωστικιστές
γενική αγνωστικιστή αγνωστικιστών
αιτιατική αγνωστικιστή αγνωστικιστές
κλητική αγνωστικιστή αγνωστικιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγνωστικιστής < α- στερητικό + γνωστικ(ός) ( < γνώση) + -ιστής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγνωστικιστής αρσενικό, αγνωστικίστρια θηλυκό

  • που ακολουθεί τη φιλοσοφική θεωρία του αγνωστικισμού, που πρεσβεύει ότι η έσχατη γνώση των όντων δεν είναι δυνατή
  • που πιστεύει ότι δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του θεού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]