ακροβασία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ακροβασία | ακροβασίες |
| γενική | ακροβασίας | ακροβασιών |
| αιτιατική | ακροβασία | ακροβασίες |
| κλητική | ακροβασία | ακροβασίες |
[
]
Ετυμολογία
- ακροβασία < γαλλική acrobatie < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής ἀκροβάτης
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.kɾɔ.va.ˈsi.a/
[
]
Ουσιαστικό
ακροβασία θηλυκό
- θεαματικό και πολλές φορές επικίνδυνο γύμνασμα
- (μεταφορικά) οποιαδήποτε ενέργεια ενέχει μεγάλο βαθμό διακινδύνευσης
- οι επενδυτικές του ακροβασίες τον κατέστρεψαν