ακροβασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακροβασία ακροβασίες
γενική ακροβασίας ακροβασιών
αιτιατική ακροβασία ακροβασίες
κλητική ακροβασία ακροβασίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακροβασία < γαλλική acrobatie < μεταγενέστερη ελληνική ἀκροβάτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.kɾɔ.va.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ακροβασία θηλυκό

  1. θεαματικό και πολλές φορές επικίνδυνο γύμνασμα
  2. (μεταφορικά) οποιαδήποτε ενέργεια ενέχει μεγάλο βαθμό διακινδύνευσης
    οι επενδυτικές του ακροβασίες τον κατέστρεψαν

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]