ανάληψη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ανάληψη < αρχαία ελληνική ἀνάληψις
Ουσιαστικό [
]
ανάληψη θηλυκό
- η απόσυρση κάποιου χρηματικού ποσού από κατάθεση σε λογαριασμό
- η αποδοχή της υποχρέωσης
- η αποδοχή και έναρξη μιας εργασίας η οποία έχει ανατεθεί σε κάποιον
- (θρησκεία) η άνοδος στον ουρανό
Μεταφράσεις [
]
οικονομική πράξη
θρησκευτκός όρος