αναπτήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναπτήρας < ανάβω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αναπτήρας αρσενικό

  • συσκευή που επιτρέπει το άναμμα φωτιάς και χρησιμοποιείται κυρίως από καπνιστές
    Χρειάζομαι φωτιά. Έχεις αναπτήρα;

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]