αντλιοστάσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντλιοστάσιο αντλιοστάσια
γενική αντλιοστασίου αντλιοστασίων
αιτιατική αντλιοστάσιο αντλιοστάσια
κλητική αντλιοστάσιο αντλιοστάσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αντλιοστάσιο < αντλία + -στάσιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αντλιοστάσιο ουδέτερο

  • (τεχνολογία), (μηχανολογία): ο χώρος όπου είναι μόνιμα εγκαταστημένες αντλίες
  • (ναυτικός όρος), (ναυπηγικός όρος): ειδικό διαμέρισμα των δεξαμενοπλοίων που βρίσκεται πρύμνηθεν των δεξαμενών φορτίου και πριν το μηχανοστάσιο όπου φέρονται οι αντλίες φορτοεκφόρτωσης και οι αντλίες καθαρισμού των κυτών. Στα πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια απαντάται και βοηθητικό αντλιοστάσιο πρώραθεν των δεξαμενών φορτίου.

32πχ Μεταφράσεις[]